Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Ασφάλεια: έγκλημα και τιμωρία

Eχει λεχθεί ότι η πεμπτουσία της Δημοκρατίας είναι οι εκλογές. Προϋπόθεση όμως των εκλογών είναι η ύπαρξη κλίματος ασφάλειας και σταθερότητας. Ως εκ τούτου δε θα ήταν κανείς μακριά απ την πραγματικότητα αν υποστήριζε ότι πεμπτουσία της δημοκρατίας είναι η ασφάλεια, με την στενή και ευρύτερη έννοια του όρου. Η ασφάλεια είναι επίσης βασικό προαπαιτούμενο της, μονίμως επιδιωκόμενης, ανάπτυξης. Κανείς δεν επενδύει σ έναν τόπο όταν γνωρίζει ότι ανθρώπινοι πόροι και περιουσιακά στοιχεία κινδυνεύουν. Μια κοινωνία λοιπόν δείχνει το επίπεδο πολιτισμού της παρέχοντας περιβάλλον ασφαλείας στους πολίτες ώστε να αναπτύξουν ταλέντα, δεξιότητες και δράσεις που φέρνουν πρόοδο και ευημερία, χωρίς όμως να καταφεύγει σε πρακτικές αστυνομικού κράτους. Μιας κ τόσος λόγος γίνεται για την ασφάλεια και την εγκληματικότητα, καλό είναι να εξετάσουμε μερικές προσεγγίσεις που έχουν επικρατήσει ως «αλήθειες», ανεξαρτήτως πραγματικής σχέσης τους με την πραγματικότητα: 1. Η αστυνομία «ευθύνεται» για την εγκληματικότητα. Η αλήθεια (χωρίς εισαγωγικά) είναι ότι το έγκλημα είναι κοινωνικό φαινόμενο και οι ρίζες του άπτονται πολλών κοινωνικών και ψυχολογικών παραγόντων. Είναι ένα περίπλοκο φαινόμενο, που η επιστήμη της εγκληματολογίας προσπαθεί να εξηγήσει, χρησιμοποιώντας θεωρίες κυρίως από την Κοινωνιολογία αλλά και την ψυχολογία ή τα Οικονομικά. Ο τρόπος κοινωνικοποίησης, το αξιακό σύστημα του ατόμου, οι συναναστροφές, οι δεσμοί με την κοινωνία αλλά και οι ψυχολογικές ασθένειες είναι λίγες μόνο από τις προσεγγίσεις που εξηγούν το φαινόμενο. Σίγουρα πάντως η αστυνομία και οι πράξεις της δεν «δημιουργούν» εγκληματικότητα. Αυτό δε σημαίνει ότι ως κρατικός θεσμός δεν παρεμβαίνει αποφασιστικά στην εξέλιξη του φαινομένου δια της πρόληψης –στον βαθμό της εκδήλωσης- και φυσικά της καταστολής. Είναι σημαντικό όμως να κατανοήσουμε ότι η αστυνομία δε μπορεί να παρέμβει στις κοινωνικές αιτίες που συμβάλουν στην εγκληματογέννεση. Είναι λοιπόν λάθος και άδικο να ρίχνουμε ευθύνες στην αστυνομία όταν καλείται να διαχειριστεί ένα φαινόμενο που σε ένα βαθμό οδηγεί στην εγκληματικότητα- όπως αυτό της λαθρομετανάστευσης- όταν δεν ευθύνεται για την δημιουργία του. 2. H κακή οικονομία και η ανεργία «δημιουργούν» εγκληματικότητα. Αυτή είναι μια προσέγγιση που διαχρονικά έχει αποτελέσει σημείο τριβής μεταξύ κοινωνικών επιστημόνων. Η άποψη του γράφοντος είναι ότι, παρ ότι υπάρχει συσχετισμός των φαινομένων (correlation) δεν υπάρχει σχέση αιτίου-αιτιατού (causation.). Τρανό παράδειγμα είναι η χώρα μας. Παραδοσιακά η Ελλάδα ήταν χώρα φτωχή και με υψηλα ποσοστά ανεργίας. Ποτέ δεν είχε όμως αντιστοίχως υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας. Ο θεσμός της οικογένειας λειτούργησε αποτρεπτικά σε ένα τέτοιο σενάριο. Επίσης, ο αξιακός κώδικας που έχει λάβει κανείς κατά την διάρκεια της κοινωνικοποίησής του δεν μεταβάλλεται επειδή έμεινε άνεργος. Δε μετατρέπεται εν μια νυκτι σε εγκληματία ο νομιμόφρων επειδή του μείωσαν τη σύνταξη. Κάποιοι όντως το κάνουν αλλά είναι άτομα που ρέπουν στην παραβατική συμπεριφορά γενικώς, και μεσα σε μια κριση βρήκαν ευκαιρία να εκδηλώσουν αυτές τις τάσεις τους. Είναι επιστημονικά εξακριβωμένο ότι ενας σχετικά μικρός αριθμός ατόμων ευθύνεται για ένα μεγαλοποσοστο εγκληματικότητας. Δηλαδη, οι ίδιοι και οι ιδιοι άνθρωποι, διαπράττουν περισσότερα από ένα εγκλήματα. Η εγκληματικότητα λοιπόν δεν «διαχέεται» στην κοινωνιατοσοευκολα επειδή οι οικονομικές συνθήκες έγιναν δύσκολες. 3. Οι «δρακόντειοι» νόμοι θα αποτρέψουν την τέλεση εγκλημάτων. Στοn μέσο άνθρωπο, αυτή η προσέγγιση μοιάζει λογική. Έχεις εγκληματικότητα; Αυστηροποίησε τις ποινές! Στον μέσο κακοποιό όμως αυτό δε παίζει κανέναν ρολο, αν αυτή η αυστηροποίηση δεν συνοδευτεί από μεγαλύτερες πιθανότητες να συλληφθεί και να διωχθεί. Ο Caessare Beccaria που θεωρείται ο πατέρας της θεωρίας της αποτροπής, είχε γράψει πως για να είναι μια τιμωρία αποτρεπτική θα πρέπει να έχει τρία χαρακτηριστικά: Να είναι γρήγορη, σίγουρη, και αυστηρή (swift, certain and severe)Η αυστηρότητα μονο αν δε συνοδεύεται από τα αλλα δύο, δηλαδή την άμεση απόδοση ευθυνών και κυρίως τη ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ότι θα συλληφθεί ο δράστης, δεν βοηθούν στην πρόληψη. Ενίοτε είναι φρόνιμο να εξετάζουμε αν όλα οσα παραδεχόμαστε ως «αληθειες» στην καθημερινότητα μας είναι πραγματικά τέτοιες, ή απλώς φαίνονται βολικές και ικανοποιούν τις διαθέσεις μας. Ιδιαιτέρως δεν αν μιλάμε για κοινωνικά φαινόμενα, τα οποία δεν υπακούν σε σταθερούς νόμους όπως τα μαθηματικά και είναι προϊόντα περίπλοκων κοινωνικών διεργασιών. * Ο κ. Κωνσταντίνος Δούβλης είναι διδάκτωρ εγκληματολογίας. tovima.gr